βατίς

βᾰτίς, ίδος, , a flat fish, perh.
A skate or ray, Epich.59.1, 90.1, Ar. V.510, Hermipp.45.2, Arist.HA565a22, al.
II bird that frequents bushes, possibly stone-chat, ib.592b17.
III samphire, Crithmum maritimum, Plin.21.86, 174, Colum.12.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βατίς — ( ίδος), η (Α) [βάτος (Ι)] 1. πλατύ, αγκαθωτό σελαχοειδές, βατί, ράγια 2. είδος πτηνού που συχνάζει σε θάμνους 3. το δικότυλο φυτό βατίς ή θαλασσία …   Dictionary of Greek

  • Βατίς — skate fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδα — Βατίς skate fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδας — Βατίς skate fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδες — Βατίς skate fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδι — Βατίς skate fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδος — Βατίς skate fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδων — Βατίς skate fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίσι — Βατίς skate fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίσιν — Βατίς skate fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραιπνοβάτις — κραιπνοβάτις, ἡ (Μ) αυτή που πορεύεται γρήγορα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κραιπνός «ταχύς, ορμητικός» + βάτις, θηλ. τού βάτης (< βαίνω), πρβλ. επι βάτις, παρα βάτις] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.